Μετάφραση του "Beigabe" σε Ελληνικά
Οι προσθήκη, πρόσθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beigabe" σε Ελληνικά.
Beigabe
noun
feminine
γραμματική
Draufgabe (österr.)
-
προσθήκη
nouniii) Beigabe von natürlichen destillierten Extrakten von Anispflanzen.
iii) προσθήκη φυσικών, αποσταγμένων εκχυλισμάτων φυτών που έχουν άρωμα ανίσου.
-
πρόσθεση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Beigabe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη