Μετάφραση του "Beitritt" σε Ελληνικά

Οι ένταξη, προσχώρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beitritt" σε Ελληνικά.

Beitritt noun Noun masculine γραμματική

Eintritt in eine Gesellschaft od. in einem Verein [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένταξη

    noun

    In den letzten Jahren ist sicherlich eine Verbesserung eingetreten, nicht zuletzt seit dem Beitritt der neuen Länder.

    Σίγουρα έχει επέλθει μιά βελτίωση κατά τα τελευταία χρόνια, πέραν των άλλων μετά την ένταξη των νέων χωρών.

  • προσχώρηση

    Es sieht den Beitritt von Drittländern zum Luftverkehrsabkommen ausdrücklich vor.

    Προβλέπεται ρητά η προσχώρηση τρίτων χωρών στη συμφωνία αεροπορικών μεταφορών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beitritt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

beitritt verb
+ Προσθήκη

"beitritt" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το beitritt στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Beitritt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beitritt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη