Μετάφραση του "beitreten" σε Ελληνικά
Οι συμμετοχή, σύνδεσμος, προσχωρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beitreten" σε Ελληνικά.
(sich) anschließen [..]
-
συμμετοχή
noundie erst jüngst der Europäischen Patentorganisation beigetreten sind.
με σχετικά πρόσφατη συμμετοχή στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας.
-
σύνδεσμος
noun masculine -
προσχωρώ
verbIch rufe alle Mitgliedstaaten auf, das Protokoll so bald wie möglich zu unterzeichnen, zu ratifizieren bzw. ihm beizutreten.
Καλώ τα κράτη μέλη να υπογράψουν, να επικυρώσουν ή να προσχωρήσουν στο πρωτόκολλο το συντομότερο δυνατό.
-
συνδέω
verbJedoch ist dieser Beitritt an eine Reihe von Bedingungen geknüpft.
Ωστόσο, η προσχώρηση αυτή συνδέεται με μια σειρά από προϋποθέσεις. "
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beitreten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Beitreten" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Beitreten στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "beitreten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ένταξη στην ΕΕ
-
ένταξη · προσχώρηση
-
προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση