Μετάφραση του "Belastung" σε Ελληνικά

Οι βάρος, επιβάρυνση, ρύπανση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Belastung" σε Ελληνικά.

Belastung noun Noun feminine γραμματική

(psychische) Belastung [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάρος

    noun neuter

    Die fragliche Verpflichtung stelle jedoch für die betroffenen Steuerpflichtigen keinen Vorteil, sondern eine Belastung dar.

    Κατά το καθού κράτος μέλος όμως, η επίμαχη υποχρέωση δεν συνιστά πλεονέκτημα, αλλά βάρος για τους ενδιαφερόμενους φορολογούμενους.

  • επιβάρυνση

    Dieses Kriterium spiegelt die bestehende Belastung eines Mitgliedstaats durch Asylanträge wider.

    Το κριτήριο αυτό αντανακλά την τρέχουσα επιβάρυνση στα κράτη μέλη σε ό, τι αφορά τις αιτήσεις χορήγησης ασύλου·

  • ρύπανση

    noun

    Es soll die Belastung des Barrow erheblich verringern und die Wasserqualität verbessern.

    Θα μειώσει σημαντικά τη ρύπανση του ποταμού Barrow και θα βελτιώσει την ποιότητα του νερού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φορτίο
    • φόρτωση
    • χρέωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Belastung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Belastung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Belastung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη