Μετάφραση του "beleben" σε Ελληνικά

Οι εμψυχώνω, ζωντανεύω, ζωογονώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beleben" σε Ελληνικά.

beleben Verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμψυχώνω

  • ζωντανεύω

    Verb

    Ich empfinde ein Pflichtgefühl, diese Räume fortwährend zu beleben und zu vermenschlichen,

    Αισθάνομαι την υποχρέωση να ζωντανεύω και να εξανθρωπίζω αυτούς τους χώρους συνεχώς

  • ζωογονώ

  • προωθώ

    Verb verb

    Rechte des geistigen Eigentums beleben den Wettbewerb, weil sie Unternehmen dazu bewegen, in neue und verbesserte Produkte und Verfahren zu investieren.

    Τα ΔΔΙ προωθούν τον δυναμικό ανταγωνισμό ενθαρρύνοντας τις επιχειρήσεις να επενδύουν στην ανάπτυξη νέων ή βελτιωμένων προϊόντων και διαδικασιών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beleben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "beleben" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beleben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη