Μετάφραση του "Bellen" σε Ελληνικά

Οι γάβγισμα, υλακή, αλύχτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bellen" σε Ελληνικά.

Bellen noun masculine γραμματική

u.a. Tierlaute

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γάβγισμα

    noun neuter

    und von nun an würde das ideologische iranische Bellen

    και τώρα, το ιρανικό ιδεολογικό γάβγισμα,

  • υλακή

    noun feminine
  • αλύχτημα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bellen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bellen verb γραμματική

blaffen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γαβγίζω

    verb

    Es gibt einen Grund, warum ich im Schlaf belle.

    Υπάρχει λόγος που γαβγίζω στον ύπνο μου.

  • αλυχτώ

    verb
  • υλακτώ

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bellen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη