Μετάφραση του "belohnen" σε Ελληνικά

Οι αμείβω, ανταμείβω, βραβεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "belohnen" σε Ελληνικά.

belohnen verb γραμματική

die Spendierhosen anhaben (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμείβω

    verb
  • ανταμείβω

    Verb verb

    lhrwisst natilrlich, wenn ich jemanden mag, belohne ich ihn auch.

    Θα ξέρετε, βεβαίως, ότι όταν μου αρέσει ένας άντρας, τον ανταμείβω.

  • βραβεύω

    Verb

    Mit eurem Verfahren werden nur die unradikalen Ideen belohnt.

    Μόνο οι λιγότερο ριζοσπαστικές ιδέες βραβεύονται.

  • επιβραβεύω

    Das ist so, als würde man Rex dafür belohnen, dass er da liegt.

    Είναι σαν να επιβραβεύω τον Ρεξ, που κοιμάται εκεί πέρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " belohnen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "belohnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "belohnen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη