Μετάφραση του "Benehmen" σε Ελληνικά

Οι συμπεριφορά, φέρσιμο, διαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Benehmen" σε Ελληνικά.

Benehmen noun neuter γραμματική

Tun und Lassen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπεριφορά

    noun feminine

    Jede beobachtbare Handlung oder Reaktion auf Umweltfaktoren eines Organismus, einer Gruppe oder einer Spezies.

    Ich wollte mich für mein Benehmen neulich entschuldigen.

    Θέλω να ζητήσω συγγνώμη για την συμπεριφορά μου τις προάλλες.

  • φέρσιμο

    noun

    Sein Benehmen gegenüber Frauen, unterscheidet sich sehr dem gegenüber Männern.

    Το φέρσιμο του απέναντι στις γυναίκες διαφέρει από το φέρσιμο του στους άντρες.

  • διαγωγή

    noun feminine

    Anstatt das als unchristliches Benehmen zu verabscheuen, nimmt sie es möglicherweise hin oder findet es sogar noch gut.

    Αντί να αποστρέφεται μια τέτοια μη Χριστιανική διαγωγή, μπορεί να την ανέχεται—ίσως μάλιστα να τη θεωρεί ελκυστική.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τρόποι
    • αγωγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Benehmen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

benehmen verb γραμματική

In einer einer Art handeln; sich (irgendwie) verhalten.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπεριφέρομαι

    verb

    Sie muss ein Artefakt gefunden haben, dass sie wie ein Mädchen benehmen lässt

    Πρέπει να βρήκε κάποιο τεχνούργημα που την κάνει να συμπεριφέρεται σαν κορίτσι

  • φέρομαι

    verb

    Darum schläft sie nie und benimmt sich komisch.

    Γι'αυτό δεν κοιμάται ποτέ και φέρεται τόσο παράξενα.

  • φέρνομαι

    verb

Φράσεις παρόμοιες με "Benehmen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Benehmen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη