Μετάφραση του "benommen" σε Ελληνικά

Οι ναρκωμένος, ναρκωμένο, ζαβλακωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "benommen" σε Ελληνικά.

benommen Adjective verb γραμματική

rammdösig (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ναρκωμένος

  • ναρκωμένο

    neuter
  • ζαβλακωμένος

    adjective

    Klingt verlockend, aber ich bin immer noch etwas benommen.

    Ακούγεται ερεθιστικό, αλλά είμαι ακόμη λίγο ζαβλακωμένος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζαλισμένος
    • μουδιασμένος
    • ναρκωμένη
    • αποβλακωμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " benommen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "benommen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "benommen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη