Μετάφραση του "Berechtigung" σε Ελληνικά

Οι δικαίωμα, άδεια, δικαίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Berechtigung" σε Ελληνικά.

Berechtigung noun Noun feminine γραμματική

Konzession (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικαίωμα

    noun neuter

    Die Berechtigungen werden übertragbar sein, während die Genehmigung an eine bestimmte Anlage oder einen bestimmten Standort gebunden ist.

    Τα δικαιώματα θα είναι μεταβιβάσιμα, ενώ η ίδια η άδεια θα αφορά συγκεκριμένη εγκατάσταση ή τόπο.

  • άδεια

    noun feminine

    Er manipulierte Daten, für die er keine Berechtigung hatte.

    Τον έπιασαν ν'αλλάζει αρχεία για τα οποία δεν είχε άδεια.

  • δικαίωση

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξουσιοδότηση
    • νομιμότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Berechtigung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Berechtigung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Berechtigung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη