Μετάφραση του "berechtigt" σε Ελληνικά

Οι αρμόδιος, δίκαιος, δικαιολογημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "berechtigt" σε Ελληνικά.

berechtigt adjective γραμματική

berechtigt (sein) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρμόδιος

    adjective

    24 Der zuständige Träger ist daher berechtigt, nach seinen nationalen Rechtsvorschriften die in diesen vorgesehene Wartezeit zwingend vorzuschreiben.

    24 Επομένως, ο αρμόδιος φορέας δικαιούται να επιβάλλει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του, την προβλεπομένη από αυτήν περίοδο απορίας.

  • δίκαιος

    adjective masculine

    Es geht nicht darum, hier und heute festzustellen, ob der Krieg im Kosovo berechtigt war oder nicht.

    Δεν πρόκειται να διαπιστώσουμε σήμερα εδώ, εάν ο πόλεμος στο Κοσσυφοπέδιο ήταν δίκαιος ή όχι.

  • δικαιολογημένος

    Das zeigt eindeutig, dass dieser Einwand nicht berechtigt ist.

    Αυτό έδειξε σαφώς ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν δικαιολογημένος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δικαιούχος
    • εξουσιοδοτημένος
    • νόμιμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " berechtigt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "berechtigt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "berechtigt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη