Μετάφραση του "Bereifung" σε Ελληνικά

Οι λάστιχα, πνευστό ελαστικό επίσωτρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bereifung" σε Ελληνικά.

Bereifung noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάστιχα

    noun

    Wer natürlich in einem Fahrzeug mit guter Federung und Bereifung unterwegs ist, wird von den Löchern weniger spüren.

    Φυσικά, αν ταξιδεύετε με κάποιο όχημα που έχει καλές αναρτήσεις και σκληρά λάστιχα, ίσως επηρεαστείτε λιγότερο από αυτές τις λακκούβες.

  • πνευστό ελαστικό επίσωτρο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bereifung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bereifung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη