Μετάφραση του "Bereifung" σε Ελληνικά
Οι λάστιχα, πνευστό ελαστικό επίσωτρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bereifung" σε Ελληνικά.
Bereifung
noun
feminine
-
λάστιχα
nounWer natürlich in einem Fahrzeug mit guter Federung und Bereifung unterwegs ist, wird von den Löchern weniger spüren.
Φυσικά, αν ταξιδεύετε με κάποιο όχημα που έχει καλές αναρτήσεις και σκληρά λάστιχα, ίσως επηρεαστείτε λιγότερο από αυτές τις λακκούβες.
-
πνευστό ελαστικό επίσωτρο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Bereifung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη