Μετάφραση του "Beruf" σε Ελληνικά
Οι επάγγελμα, εργασία, απασχόληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beruf" σε Ελληνικά.
Maloche (umgangssprachlich) [..]
-
επάγγελμα
noun neuterδραστηριότητα η οποία ασκείται για βιοπορισμό
Es wäre besonders wichtig, wenn junge Menschen in diesem für uns alle wichtigen Beruf weitermachen.
Έχει τεράστια σημασία να πεισθούν οι νέοι να συνεχίσουν αυτό το τόσο σημαντικό για όλους μας επάγγελμα.
-
εργασία
noun feminineSpäter habe ich mich für einen handwerklichen Beruf entschieden.
»Αργότερα, αποφάσισα να κάνω χειρωνακτική εργασία, και έτσι έγινα τεχνίτης.
-
απασχόληση
noun feminineIn der herkömmlichen Gesellschaft gehen Mädchen zwar zur Schule, werden jedoch nicht ermutigt, einen Beruf auszuüben.
Στις παραδοσιακές κοινωνικές τάξεις, όταν τα κορίτσια πηγαίνουν στο σχολείο αποτρέπονται να αναζητήσουν απασχόληση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δουλειά
- Κατάληψη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Beruf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Beruf" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ασφαλιστικός κλάδος
-
ανεξάρτητος επαγγελματίας
-
πρόσβαση σε επάγγελμα
-
νομικοί · νομικός κλάδος · νομικός κόσμος
-
επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της επικοινωνίας
-
εργάζεται ως δάσκαλος
-
καλλιτεχνικά επαγγέλματα · καλλιτεχνικό επάγγελμα
-
τί δουλειά κάνεις;