Μετάφραση του "Beton" σε Ελληνικά

Οι σκυρόδεμα, μπετόν, μπετό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beton" σε Ελληνικά.

Beton noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκυρόδεμα

    noun neuter

    Der Rahmen wird direkt auf dem Schachtkonus aus Beton oder Ziegeln platziert.

    Το πλαίσιο τοποθετείται κατευθείαν πάνω από ένα υπόγειο φρεάτιο από σκυρόδεμα ή τούβλα.

  • μπετόν

    noun neuter

    Also muss das Gewebe verwest sein, bevor der Beton gegossen wurde.

    Άρα, ο ιστός πρέπει να αποσυντέθηκε πριν εκχυθεί το μπετόν.

  • μπετό

    noun

    Na ja, sie brauchten jemanden, der Beton gießen kann.

    Λοιπόν, χρειάζονται κάποιον που ξέρει πώς να φτιάξει μπετό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τσιμέντο
    • τσιμεντένιος
    • Σκυρόδεμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Beton"

Φράσεις παρόμοιες με "Beton" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη