Μετάφραση του "betonen" σε Ελληνικά

Οι τονίζω, υπογραμμίζω, προβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "betonen" σε Ελληνικά.

betonen verb γραμματική

(fest) behaupten [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τονίζω

    verb

    Z.B.> Ich würde sehr gerne etwas betonen

    Mit der richtigen Garderobe kann man Problemzonen kaschieren und vorteilhafte Seiten betonen.

    Η σωστή αμφίεση μπορεί να ελαχιστοποιήσει μερικά σωματικά ελαττώματα και μάλιστα να τονίσει τα θετικά σας χαρακτηριστικά.

  • υπογραμμίζω

    verb

    betont, dass die Rolle der Medien für den Erfolg des Europäischen Jahres ausschlaggebend sein wird.

    υπογραμμίζει τον κρίσιμο ρόλο των μέσων επικοινωνίας στην επιτυχία του Ευρωπαϊκού Έτους.

  • προβάλλω

    Die Kommission betont erneut die Notwendigkeit von Kontrollen durch Rückgriff auf eine externe Beweisquelle.

    Η Επιτροπή προβάλλει και πάλι την ανάγκη ελέγχου βάσει αποδεικτικών στοιχείων προερχομένων από εξωτερική πηγή.

  • εξαίρω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " betonen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "betonen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "betonen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη