Μετάφραση του "Bigamie" σε Ελληνικά

Το διγαμία είναι η μετάφραση του "Bigamie" σε Ελληνικά.

Bigamie noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διγαμία

    noun feminine

    Ehebruch und Bigamie zu begehen und einen adeligen Mitbürger zu ermorden.

    Να διαπράξει μοιχεία και διγαμία και να δολοφονήσει ένα φίλο ευγενή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bigamie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Bigamie"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bigamie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη