Μετάφραση του "Billigung" σε Ελληνικά

Οι έγκριση, επιδοκιμασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Billigung" σε Ελληνικά.

Billigung noun Noun feminine γραμματική

Konzession (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγκριση

    noun feminine

    Positive Beurteilung einer Sache.

    Die Billigung des Registrierungsformulars oder des einheitlichen Registrierungsformulars bezieht sich auch auf diesen Anhang.

    Η έγκριση του εγγράφου αναφοράς ή γενικού εγγράφου αναφοράς καλύπτει και το προσάρτημα.

  • επιδοκιμασία

    noun

    Wir müssen jedoch sicher sein, daß wir das tun, was Gottes Billigung hat.

    Αλλά χρειάζεται να είμαστε βέβαιοι ότι κάνουμε πράγματα που έχουν την επιδοκιμασία του Θεού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Billigung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Billigung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη