Μετάφραση του "billigen" σε Ελληνικά

Οι επιδοκιμάζω, υποστηρίζω, ενθαρρύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "billigen" σε Ελληνικά.

billigen verb adjective γραμματική

verabschieden (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιδοκιμάζω

    verb

    Folglich billige ich die Militäraktion der NATO.

    Κατά συνέπεια, επιδοκιμάζω τη στρατιωτική ενέργεια του ΝΑΤΟ.

  • υποστηρίζω

    verb

    Und uns jetzt mit diesen Typen anzufreunden, ist die netteste und billigste Art, den Kanal zu retten.

    Και αν τους υποστηρίξουμε απ'την αρχή είναι ο πιο γλυκός και πιο φτηνός τρόπος να σώσουμε τη διώρυγα.

  • ενθαρρύνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " billigen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "billigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μια φτηνή δικαιολογία
  • έτσι έρχεται φτηνότερο
  • ανέξοδη · ανέξοδο · ανέξοδος · εύλογος · κακής ποιότητας · φθηνός · φτηνός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "billigen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη