Μετάφραση του "Binden" σε Ελληνικά

Οι σύνδεση, δέσιμο, διαδικασία σύνδεσης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Binden" σε Ελληνικά.

Binden noun Noun feminine γραμματική

Beim Kochen, die Erhöhung der Viskosität einer Flüssigkeit durch Reduzieren oder durch Zugabe eines Verdickungsmittels wie z.B. Stärke.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνδεση

    noun feminine

    Rannus'Verankerung bindet uns stärker aneinander.

    Το δέσιμο του Ράνους, κάνει την σύνδεση δυνατότερη.

  • δέσιμο

    Wie soll ich es beschreiben? Es gibt eine Verbindung, ein Band.

    Δε μπορώ να το περιγράψω, αλλά υπάρχει αυτός ο δεσμός, αυτό το δέσιμο.

  • διαδικασία σύνδεσης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Binden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

binden verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δένω

    verb

    δένω

    Du hast mir beigebracht, wie ich meine Schnürsenkel binde.

    Μου έμαθες πώς να δένω τα κορδόνια μου.

  • γραβάτα

    noun feminine

    All das Training, und sie haben dir niemals gezeigt, wie man einen Windsorknoten bindet?

    Τόση εκπαίδευση και δεν σου έμαθαν να δένεις γραβάτα

  • δεσμεύω

    verb

    Bei ihren Entscheidungen sind sie an keinerlei Weisung gebunden.

    Κατά τη λήψη των αποφάσεών τους δεν δεσμεύονται από οδηγίες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δένω συνδέω
    • προσδένω
    • συνδέω
    • βιβλιοδετώ

Εικόνες με "Binden"

Φράσεις παρόμοιες με "Binden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Binden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη