Μετάφραση του "bindend" σε Ελληνικά
Το δεσμευτικός είναι η μετάφραση του "bindend" σε Ελληνικά.
bindend
adjective
verb
γραμματική
-
δεσμευτικός
Sie basieren beide auf gegenseitigen Zusagen, die jedoch formal nicht bindend sind.
Τα δύο πλαίσια βασίζονται σε αμοιβαίες δεσμεύσεις, ενώ τυπικά παραμένουν μη δεσμευτικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bindend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bindend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δεσμευτική υποχρέωση
-
χημικά ενωμένος
-
συνέχεια
-
ζώνη · μπάντα
-
δεσμευμένος · λεγκάτο · λεγκατούρα · όρια αντικειμένου · όριο
-
μια έκδοση σε δέκα τόμους
-
γάζα · επίδεσμος · σερβιέτα
-
έχω τα χέρια μου δεμένα · τα χέρια μου είναι δεμένα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη