Μετάφραση του "bindend" σε Ελληνικά

Το δεσμευτικός είναι η μετάφραση του "bindend" σε Ελληνικά.

bindend adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεσμευτικός

    Sie basieren beide auf gegenseitigen Zusagen, die jedoch formal nicht bindend sind.

    Τα δύο πλαίσια βασίζονται σε αμοιβαίες δεσμεύσεις, ενώ τυπικά παραμένουν μη δεσμευτικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bindend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bindend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bindend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη