Μετάφραση του "Bischofsamt" σε Ελληνικά

Το επισκοπή είναι η μετάφραση του "Bischofsamt" σε Ελληνικά.

Bischofsamt
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επισκοπή

    Noun

    Ein Mann, der für das Bischofsamt bestimmt ist, kann unmöglich die Tochter eines Fischhändlers heiraten.

    Ένας άντρας που φέρει μια επισκοπή δεν μπορεί να παντρευτεί την κόρη ενός ψαρά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bischofsamt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bischofsamt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη