Μετάφραση του "Blockierung" σε Ελληνικά

Το μπλοκάρισμα είναι η μετάφραση του "Blockierung" σε Ελληνικά.

Blockierung noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπλοκάρισμα

    Ist der Rat der Ansicht, daß diese Blockierung mit den Grundsätzen einer ordnungsgemässen Verwaltung im Einklang steht?

    Συμμερίζεται το Συμβούλιο την άποψη ότι το μπλοκάρισμα αυτό είναι αντίθετο με τους κανόνες μιας χρηστής διοίκησης;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Blockierung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Blockierung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη