Μετάφραση του "Brei" σε Ελληνικά

Οι στιφάδο, βραστό, κουρκούτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Brei" σε Ελληνικά.

Brei noun masculine γραμματική

Pampe (derb) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στιφάδο

    noun neuter
  • βραστό

    noun neuter
  • κουρκούτι

    noun

    Sie hat ihren Brei gegesen und ist dann schnell eingeschlafen.

    'Εφαγε το κουρκούτι της και τώρα κοιμάται βαθιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολτός
    • πουρές
    • χυλός
    • νιανιά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Brei " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Brei"

Φράσεις παρόμοιες με "Brei" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Brei" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη