Μετάφραση του "Brei" σε Ελληνικά
Οι στιφάδο, βραστό, κουρκούτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Brei" σε Ελληνικά.
Brei
noun
masculine
γραμματική
Pampe (derb) [..]
-
στιφάδο
noun neuter -
βραστό
noun neuter -
κουρκούτι
nounSie hat ihren Brei gegesen und ist dann schnell eingeschlafen.
'Εφαγε το κουρκούτι της και τώρα κοιμάται βαθιά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πολτός
- πουρές
- χυλός
- νιανιά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Brei " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Brei"
Φράσεις παρόμοιες με "Brei" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Όπου λαλούν πολλοί κοκκόροι αργεί να ξημερώσει · όπου λαλούν πολλοί κοκόροι, αργεί να ξημερώσει
-
πέρνα στο ψητό
-
χυλός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη