Μετάφραση του "breit" σε Ελληνικά

Οι πλατύς, φαρδύς, ευρύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "breit" σε Ελληνικά.

breit adjective γραμματική

zu (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλατύς

    adjective

    Sybil überlegte sich, darauf am besten mit einem breiten Lächeln zu reagieren.

    Η Σίμπιλ αποφάσισε να απαντάει με ένα πλατύ χαμόγελο.

  • φαρδύς

    adjective

    Nach Osten erstreckt sich ein breiter Grünstreifen, den auf jeder Seite eine Straße flankiert.

    Προς τα ανατολικά εκτείνεται ένας φαρδύς, κατάφυτος πεζόδρομος ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο δρόμους.

  • ευρύς

    adjective masculine

    Mit einerm großen Abstand zwischen zwei Punkten, vor allem in der Horizontalen.

    Das globale Ziel ist breit angelegt und in zahlreiche Teilziele untergliedert.

    Ο συνολικός στόχος είναι ευρύς και συνοδεύεται από πολυάριθμους υποστόχους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παχύς
    • ευρεία
    • εκτενής
    • εκτενές
    • απέραντη
    • μαστουρωμένος
    • απέραντο
    • απέραντος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " breit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "breit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "breit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη