Μετάφραση του "Brennen" σε Ελληνικά

Οι κάψιμο, καΐλα, καούρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Brennen" σε Ελληνικά.

Brennen noun neuter γραμματική

von Ton etc.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάψιμο

    Ein wenig Handcreme und das Brennen am Handgelenk wird bald nachlassen.

    Λίγη κρέμα χεριών θα κάνει καλύτερα το κάψιμο από το σχοινί.

  • καΐλα

  • καούρα

    Noun
  • τσούξιμο

    Gegen das Brennen in der Scheide mag er dir eine harmlose Creme geben.

    Μπορεί να σας δώσει μια αβλαβή αλοιφή για το ερεθιστικό εκείνο εσωτερικό τσούξιμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Brennen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

brennen verb γραμματική

hochschlagen (Flammen) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καίω

    verb

    Warum brennt das Licht?

    Γιατί καίει το φως;

  • καίγομαι

    verb

    Das ist ein großes Wort für " brennen ".

    Πολύ μεγάλη λέξη για το " καίγομαι ".

  • κόβω

    verb

    In Neuseeland rodeten die ersten Siedler große Wälder oder brannten sie nieder, um Weideland zu schaffen.

    Στη Νέα Ζηλανδία οι πρώτοι άποικοι έκοψαν ή έκαψαν τα μεγάλα δάση για να τα κάνουν βοσκότοπους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τσούζω
    • φλέγομαι
    • ψήνω
    • εγγραφή

Εικόνες με "Brennen"

Φράσεις παρόμοιες με "Brennen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εγγραφή χωρίς ενδιάμεσα κενά
  • αναμμένος · διάπυρος · διακαής · επείγων · καυστικός · πάρα πολύ · φλεγόμενος · φλογερός
  • καυτός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Brennen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη