Μετάφραση του "brennend" σε Ελληνικά

Οι αναμμένος, διάπυρος, διακαής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brennend" σε Ελληνικά.

brennend adjective verb γραμματική

hochnotwichtig (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναμμένος

    adjective

    JEDER, der schon einmal eine Glühbirne angefasst hat, die bereits eine Weile brannte, weiß, dass sie sehr heiß werden kann.

    ΑΝ ΕΧΕΤΕ αγγίξει ποτέ έναν ηλεκτρικό λαμπτήρα ο οποίος ήταν αναμμένος για κάποια ώρα, ξέρετε ότι μπορεί να είναι πολύ ζεστός.

  • διάπυρος

  • διακαής

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επείγων
    • καυστικός
    • πάρα πολύ
    • φλεγόμενος
    • φλογερός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brennend " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "brennend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εγγραφή · καίγομαι · καίω · κόβω · τσούζω · φλέγομαι · ψήνω
  • κάψιμο · καΐλα · καούρα · τσούξιμο
  • εγγραφή χωρίς ενδιάμεσα κενά
  • καυτός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brennend" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη