Μετάφραση του "Brennmaterial" σε Ελληνικά

Το καύσιμη ύλη είναι η μετάφραση του "Brennmaterial" σε Ελληνικά.

Brennmaterial noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καύσιμη ύλη

    So müssen Millionen von Menschen immer mehr Zeit und Geld für ihren grundlegendsten Bedarf an Brennmaterial aufwenden.

    Έτσι, εκατομμύρια άνθρωποι δαπανούν περισσότερο χρόνο και χρήμα για να ικανοποιήσουν τη βασική τους ανάγκη για καύσιμη ύλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Brennmaterial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Brennmaterial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη