Μετάφραση του "Brennpunkt" σε Ελληνικά

Οι επίκεντρο, εστία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Brennpunkt" σε Ελληνικά.

Brennpunkt noun Noun masculine γραμματική

Zentrum (der Aufmerksamkeit) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίκεντρο

    noun

    Die fossilen Energieträger stehen allerdings ständig im Brennpunkt der internationalen Politik.

    Εντούτοις, τα ορυκτά καύσιμα παραμένουν στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής.

  • εστία

    noun

    Genau hier, das ist nur ein Brennpunkt — genau da.

    Ακριβώς εδώ, είναι απλώς μία εστία — ακριβώς εκεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Brennpunkt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Brennpunkt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη