Μετάφραση του "Dachboden" σε Ελληνικά

Οι πατάρι, σοφίτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Dachboden" σε Ελληνικά.

Dachboden noun masculine γραμματική

Unterdach (südtir., wallis.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πατάρι

    noun

    Er wollte schnell dort oben sein, aber zuerst brauchte er etwas vom Dachboden.

    Βιαζόταν να πάει, αλλά χρειαζόταν κάτι από το πατάρι πρώτα.

  • σοφίτα

    noun feminine

    Trockenspeicher [..]

    Was es auch immer ist, es ist kein normaler Dachboden.

    Ό, τι κι αν είναι, δεν πρόκειται για συνηθισμένη σοφίτα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Dachboden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Dachboden"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Dachboden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη