Μετάφραση του "Decke" σε Ελληνικά

Οι ταβάνι, κουβέρτα, οροφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Decke" σε Ελληνικά.

Decke noun feminine γραμματική

Decke (Jägersprache) (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταβάνι

    noun neuter

    Mir fällt die Decke auf den Kopf.

    Πέφτει το ταβάνι να με πλακώσει.

  • κουβέρτα

    noun feminine

    Ein große Stoffteil das zum Wärmen und zum Schlafen genutzt wird.

    Wo ist die Decke?

    Πού είναι η κουβέρτα;

  • οροφή

    noun feminine

    Diejenige, die an der Decke hängt, mag ich.

    Αυτή που θα κολλήσει στην οροφή είναι εκείνη που μου αρέσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάλυμμα
    • σκέπασμα
    • νταβάνι
    • πάτωμα
    • πυθμένας
    • στέγη
    • τραπεζομάντιλο
    • όροφος
    • Οροφή
    • καπάκι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Decke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

decke verb
+ Προσθήκη

"decke" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το decke στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Decke"

Φράσεις παρόμοιες με "Decke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αντικρίζω · βάζω · καλύπτω · μαρκάρω · πλακοστρώνω · σκεπάζω · στρώνω · στρώνω με πλακάκια · υπερκαλύπτω · φτιάχνω
  • στρώνω το τραπέζι
  • συμπίπτω
  • στρώνω το τραπέζι
  • καλύπτω τα έξοδα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Decke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη