Μετάφραση του "decken" σε Ελληνικά

Οι καλύπτω, στρώνω, αντικρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decken" σε Ελληνικά.

decken verb γραμματική

(sich) decken [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλύπτω

    verb

    Beide erscheinen jetzt monatlich und decken einen breiten Themenbereich ab.

    Τα δύο ενημερωτικά δελτία εκδίδονται πλέον σε μηνιαία βάση και καλύπτουν μεγαλύτερη ποικιλία θεμάτων.

  • στρώνω

    verb

    Sam kocht, ich decke den Tisch, und Frida wäscht ab.

    Ο Sam μαγειρεύει, εγώ στρώνω και καθαρίζω το τραπέζι και η Frida πλένει τα πιάτα.

  • αντικρίζω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάζω
    • μαρκάρω
    • πλακοστρώνω
    • σκεπάζω
    • υπερκαλύπτω
    • φτιάχνω
    • στρώνω με πλακάκια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " decken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Decken noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Decken" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Decken στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "decken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • στρώνω το τραπέζι
  • συμπίπτω
  • Οροφή · κάλυμμα · καπάκι · κουβέρτα · νταβάνι · οροφή · πάτωμα · πυθμένας · σκέπασμα · στέγη · ταβάνι · τραπεζομάντιλο · όροφος
  • στρώνω το τραπέζι
  • καλύπτω τα έξοδα
  • Οροφή · κάλυμμα · καπάκι · κουβέρτα · νταβάνι · οροφή · πάτωμα · πυθμένας · σκέπασμα · στέγη · ταβάνι · τραπεζομάντιλο · όροφος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "decken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη