Μετάφραση του "Deponierung" σε Ελληνικά
Το εναπόθεση είναι η μετάφραση του "Deponierung" σε Ελληνικά.
Deponierung
noun
feminine
-
εναπόθεση
Die RSU-Müllkippe erlaubt darüber hinaus gegen Vorauszahlung die Deponierung anderer verbotener Stoffe, wie z. B.
Η χωματερή του RSU δέχεται επιπλέον, κατόπιν πληρωμής, την εναπόθεση απαγορευμένωνλικών, όπως είναι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Deponierung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Deponierung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απόθεση · απόρριψη · εκκένωση · εκφόρτωση · καταβύθιση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη