Μετάφραση του "Dichtigkeit" σε Ελληνικά
Το στεγανότητα είναι η μετάφραση του "Dichtigkeit" σε Ελληνικά.
Dichtigkeit
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
στεγανότητα
Eine absolute Dichtigkeit kann es jedoch nicht geben und sollte dementsprechend nicht gefordert werden.
Εντούτοις, δεδομένου ότι δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη στεγανότητα, η ως άνω προϋπόθεση θα πρέπει να παραλειφθεί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Dichtigkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη