Μετάφραση του "Dichtigkeit" σε Ελληνικά

Το στεγανότητα είναι η μετάφραση του "Dichtigkeit" σε Ελληνικά.

Dichtigkeit noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στεγανότητα

    Eine absolute Dichtigkeit kann es jedoch nicht geben und sollte dementsprechend nicht gefordert werden.

    Εντούτοις, δεδομένου ότι δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη στεγανότητα, η ως άνω προϋπόθεση θα πρέπει να παραλειφθεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Dichtigkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Dichtigkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη