Μετάφραση του "dichterisch" σε Ελληνικά

Το ποιητικός είναι η μετάφραση του "dichterisch" σε Ελληνικά.

dichterisch Adjective γραμματική

Mit Dichtern oder der Dichtkunst verbunden (Eigenschaft eines Objekts oder einer Person)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ποιητικός

    adjective masculine

    SCHON oft ist die kurze Dauer des menschlichen Lebens in dichterischen Worten beschrieben worden.

    ΠΟΣΟ συχνά περιγράφεται η μικρή διάρκεια της ζωής με ποιητικά λόγια!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dichterisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dichterisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη