Μετάφραση του "Dickkopf" σε Ελληνικά

Οι αγύριστο κεφάλι, κεφάλας, μουλάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Dickkopf" σε Ελληνικά.

Dickkopf noun masculine γραμματική

japan. Papier ist schlecht quer zu seiner Laufrichtung zu zerreißen, deshalb ist das ein gutes Beispiel für etwas sehr Unvernünftiges

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγύριστο κεφάλι

  • κεφάλας

    noun
  • μουλάρι

    noun

    Sie haben einen Dickkopf wie ein Maultier, John Jaffrey.

    Είσαι ένα γέρικο, πεισματάρικο μουλάρι, Τζον Τζάφρι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξεροκέφαλος
    • ξεροκεφαλιά
    • πείσμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Dickkopf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Dickkopf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη