Μετάφραση του "Durchsickern" σε Ελληνικά
Οι διαρροή, διαρρέω, αναβλύζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Durchsickern" σε Ελληνικά.
Durchsickern
Noun
γραμματική
auch z.B. eines Geheimnisses
-
διαρροή
nounEr denkt, wir lassen Informationen durchsickern, noch bevor man ihn töten wollte.
Υποψιάζεται διαρροή πληροφοριών από πριν την απόπειρα εναντίον σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Durchsickern " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
durchsickern
Verb
γραμματική
durchsickern (umgangssprachlich)
-
διαρρέω
Verb verbDu weißt ja, wie schnell Dinge heutzutage durchsickern.
Ξέρεις πόσο γρήγορα διαρρέουν αυτά στις μέρες μας.
-
αναβλύζω
verb -
διεισδύω
verb -
περνώ
verb
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη