Μετάφραση του "Durchsicht" σε Ελληνικά

Οι έλεγχος, έλεγχος ρουτίνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Durchsicht" σε Ελληνικά.

Durchsicht noun Noun feminine γραμματική

Inaugenscheinnahme (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλεγχος

    noun

    Die Prüfung im Jahre 1999 umfasste eine Durchsicht von Unterlagen sowie Vor-Ort-Prüfungen ausgewählter Projekte.

    Ο έλεγχος το 1999 συνίστατο σε εξέταση εγγράφων και επιτόπιο έλεγχο ενός δείγματος σχεδίων.

  • έλεγχος ρουτίνας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Durchsicht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Durchsicht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη