Μετάφραση του "Ehepartner" σε Ελληνικά

Οι σύζυγος, σύντροφος, άντρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ehepartner" σε Ελληνικά.

Ehepartner Noun γραμματική

bessere Hälfte (scherzh.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύζυγος

    noun masculine

    Ehegespons [..]

    Ehepartner lernten dadurch, sich in sexueller Hinsicht zu beherrschen.

    Υπακούοντας σε αυτούς τους νόμους, οι σύζυγοι μάθαιναν να ελέγχουν το σεξουαλικό πάθος.

  • σύντροφος

    noun masculine

    Der Ehepartner oder ein Kind könnten ernsthaft erkranken.

    Ο ένας σύντροφος ή ένα από τα παιδιά μπορεί να αρρωστήσει βαριά.

  • άντρας

    noun masculine

    Ehegespons [..]

    Was kann man tun, wenn man seinen Ehepartner verliert?

    Είτε είστε άντρας είτε γυναίκα, τι μπορείτε να κάνετε αν βρίσκεστε σε αυτή την κατάσταση;

  • ταίρι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ehepartner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Ehepartner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ehepartner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη