Μετάφραση του "ehemals" σε Ελληνικά

Οι πρώην, άλλοτε, προηγουμένως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ehemals" σε Ελληνικά.

ehemals adverb

In einem Zeitabschnitt in der Vergangenheit.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρώην

    adjective masculine

    Slowenien ist als erster der ehemals jugoslawischen Staaten der EU beigetreten.

    " Σλοβενία ήταν το πρώτο από τα κράτη της πρώην Γιουγκοσλαβίας που προσχώρησε στην ΕΕ. "

  • άλλοτε

    adverb

    Die ehemals abschreckende Wirkung der nuklearen Aufrüstung ist also aus dem Blickfeld geraten.

    Ο αποτρεπτικός ρόλος που είχαν άλλοτε οι πυρηνικοί εξοπλισμοί έχει, συνεπώς, εκλείψει.

  • προηγουμένως

    Wegen dieser Verwüstung würde das ehemals kultivierte Land von Unkraut überwuchert werden.

    Εξαιτίας της ερήμωσης, η γη, που προηγουμένως καλλιεργούνταν, θα γέμιζε αγριόχορτα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ehemals " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ehemals" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη