Μετάφραση του "Eierschale" σε Ελληνικά

Οι κέλυφος, τσόφλι, αβγότσουφλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eierschale" σε Ελληνικά.

Eierschale noun Noun feminine γραμματική

Die harte äußere Hülle eines Eis.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κέλυφος

    noun neuter

    Das ist eine Eierschale von unserem ersten Frühstück im Bett.

    Το κέλυφος είναι από την πρώτη φορά που μου έφτιαξες πρωινό.

  • τσόφλι

    noun neuter

    Hoffentlich bleibt die Eierschale lebenslang auf deinen Kopf.

    Μακάρι να πεθάνεις με αυτό το τσόφλι αυγού κολλημένο στο κεφάλι σου.

  • αβγότσουφλο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eierschale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Eierschale"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eierschale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη