Μετάφραση του "Eierstock" σε Ελληνικά

Οι ωοθήκη, Ωοθήκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eierstock" σε Ελληνικά.

Eierstock noun Noun masculine γραμματική

Meist paarig angelegtes weibliches Fortpflanzungsorgan, das Eizellen und die Hormone Östrogen und Progesteron produziert.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωοθήκη

    noun feminine

    Er hat ein Ei, und ich hab einen trägen Eierstock.

    Έχει ένα αρχίδι κι εγώ μια οκνηρή ωοθήκη.

  • Ωοθήκη

    primäres, weibliches Geschlechtsorgan

    Er hat ein Ei, und ich hab einen trägen Eierstock.

    Έχει ένα αρχίδι κι εγώ μια οκνηρή ωοθήκη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eierstock " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Eierstock" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eierstock" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη