Μετάφραση του "Eigenbedarf" σε Ελληνικά
Το προσωπικές ανάγκες είναι η μετάφραση του "Eigenbedarf" σε Ελληνικά.
Eigenbedarf
noun
masculine
-
προσωπικές ανάγκες
Waren, die für andere Zwecke als den Eigenbedarf von Privatpersonen bestimmt sind
Προϊόντα που προορίζονται να καλύψουν ανάγκες διαφορετικές από τις προσωπικές ανάγκες ιδιωτών
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Eigenbedarf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Eigenbedarf" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαίωμα αναλήψεως του μισθίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη