Μετάφραση του "eifrig" σε Ελληνικά

Οι επιμελής, ανυπόμονος, εντατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eifrig" σε Ελληνικά.

eifrig adjective adverb γραμματική

schaffig (süddt.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιμελής

    adjective masculine

    Er lernte eifrig Koreanisch, auch wenn ihm die Sprache allergrößte Mühe bereitete.

    Ήταν επιμελής στη μελέτη των Κορεατικών μολονότι η γλώσσα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για εκείνον.

  • ανυπόμονος

    adjective masculine
  • εντατικός

    adjective
  • επίμονος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eifrig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eifrig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη