Μετάφραση του "Eingehen" σε Ελληνικά

Οι μαραίνομαι, βάζω, δέχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eingehen" σε Ελληνικά.

Eingehen noun neuter γραμματική

Krumpfung (Textilien)

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eingehen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"Eingehen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Eingehen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

eingehen verb γραμματική

erwidern (auf) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαραίνομαι

    verb

    Wie eine gepflückte Blume langsam eingeht, so wurden die beiden alt und starben.

    Σαν ένα λουλούδι που το κόβουμε από το φυτό, ο Αδάμ και η Εύα άρχισαν σιγά σιγά να «μαραίνονται» και να πεθαίνουν.

  • βάζω

    verb

    Sie will kein Risiko eingehen, bevor es nicht definitiv ist.

    Δεν θέλει να βάλει το κεφάλι της στο ντορβά αν δεν συμβεί κάτι.

  • δέχομαι

    verb

    Eine Mobilitätshilfe wird auch gezahlt, wenn ein neues Beschäftigungsverhältnis in einem anderen europäischen Land eingegangen wird.

    Το επίδομα χορηγείται επίσης αν ο δικαιούχος αποφασίσει να δεχθεί νέα θέση εργασίας σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξετάζω
    • επισέρχομαι
    • κλείνω
    • μπαίνω
    • συμφωνώ
    • υπεισέρχομαι _ διεισδύω _ εισχωρώ
    • φτάνω
    • ψοφώ

Φράσεις παρόμοιες με "Eingehen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eingehen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη