Μετάφραση του "Einsetzung" σε Ελληνικά

Οι διορισμός, εγκατάσταση, συγκρότηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Einsetzung" σε Ελληνικά.

Einsetzung noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διορισμός

    Für die Einsetzung der hierfür zuständigen Behörden sind ausschließlich die Mitgliedstaaten zuständig.

    Συνεπώς ο διορισμός των οικείων αρμόδιων αρχών είναι αποκλειστικά αρμοδιότητα των κρατών μελών.

  • εγκατάσταση

    noun

    Sie bedeutete eine Einsetzung in ein besonderes Amt.

    Καταδεικνύει την εγκατάσταση σε κάποιο ειδικό αξίωμα.

  • συγκρότηση

    Ferner eröffnet er Möglichkeiten zur Streitbeilegung im Wege der Konsultation und Schlichtung vor Einsetzung eines Panels.

    Επιπλέον, παρέχει ευκαιρίες επίλυσης των διαφορών πριν από τη συγκρότηση ειδικής ομάδας, μέσω διαβουλεύσεων και μεσολάβησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Einsetzung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Einsetzung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Einsetzung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη