Μετάφραση του "Einsicht" σε Ελληνικά

Οι αντίληψη, εξέταση, κατανόηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Einsicht" σε Ελληνικά.

Einsicht noun Noun feminine γραμματική

Offenbarung (für jemanden) (auch fig.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντίληψη

    noun

    Einsicht, Unterscheidungsvermögen und Wahrnehmungsvermögen sind eng mit Verständnis verbunden.

    Η ενόραση, η διάκριση και η αντίληψη συνδέονται στενά με την κατανόηση.

  • εξέταση

    noun

    Diese Aufzeichnungen sind der zuständigen Behörde jederzeit zur Einsicht zur Verfügung zu halten.

    Τα αρχεία πρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμα προς εξέταση από την αρμόδια αρχή.

  • κατανόηση

    noun

    Einsicht ist zwar eng verwandt mit verstehen, aber zwischen beiden Begriffen besteht ein feiner Unterschied.

    Η ενόραση συνδέεται στενά με την κατανόηση, αλλά μεταξύ των δύο εννοιών υπάρχει μια λεπτή διαφορά.

  • νοημοσύνη

    noun feminine

    Wenn du tot bist, ist es zu Ende mit allem Tun und Planen, mit aller Einsicht und Weisheit“ (Die Gute Nachricht).

    Δεν υπάρχει καμία επιδίωξη, κανένα σχέδιο, καθόλου γνώση ή νοημοσύνη μέσα στον τάφο».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Einsicht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Einsicht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη