Μετάφραση του "Eintopf" σε Ελληνικά

Οι στιφάδο, βραστό, σούπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eintopf" σε Ελληνικά.

Eintopf noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στιφάδο

    noun neuter

    Sah mal einen Weißen reingehen, der Eintopf bestellte.

    Άν ενας λευκός πάει εκεί, και παραγγείλει στιφάδο..

  • βραστό

    noun neuter

    Ich schwör dir, da war ein Eichhörnchen im Eintopf.

    Μπορώ να ορκιστώ ότι το βραστό είχε σκίουρο μέσα.

  • σούπα

    noun

    Der Eintopf von meiner Mutter ist sehr lecker.

    Η σούπα της μητέρας μου είναι η καλλύτερη στον κόσμο

  • γιαχνί

    sättigende Suppen, die als vollständige Mahlzeit dienen

    Jeder kann Eintopf kochen

    Ο καθένας φτιάχνει γιαχνί

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eintopf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eintopf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη