Μετάφραση του "Einteilung" σε Ελληνικά

Οι διάταξη, διευθέτηση, διαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Einteilung" σε Ελληνικά.

Einteilung noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάταξη

    noun feminine

    Mit einer anderen Bestimmung wird durch ihn allerdings so ganz nebenbei noch die Einteilung von Mitgliedstaaten in Wahlkreise eingeführt.

    Όμως, με άλλη διάταξη, παρεισάγει τη διαίρεση σε περιφέρειες των κρατών μελών.

  • διευθέτηση

    noun feminine

    Nach der Einteilung in Gruppen kann keine Einzelbeilegung stattfinden, bei der zwischen Teilen einer Gläubigergruppe unterschieden würde.

    Μετά από το χωρισμό σε ομάδες δεν μπορεί να γίνει επιμέρους διευθέτηση, με την οποία θα γινόταν διαφοροποίηση μεταξύ μερών μιας ομάδας πιστωτών.

  • διαίρεση

    noun

    Alle Regionalstatistiken müssen auf einer geografischen Einteilung des untersuchten Gebiets beruhen.

    Όλες οι περιφερειακές στατιστικές πρέπει να βασίζονται σε μια γεωγραφική διαίρεση του εξεταζόμενου εδάφους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατανομή
    • ταξινόμηση
    • ρύθμιση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Einteilung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Einteilung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Einteilung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη