Μετάφραση του "Eiter" σε Ελληνικά

Οι πύο, πύον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Eiter" σε Ελληνικά.

Eiter noun masculine γραμματική

Gelblich-weiße Substanz, die der Körper als Reaktion auf Entzündungen produziert.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πύο

    Proper noun

    Denn man möchte nicht zu viel Eiter, sonst wäre es reiner Eiter, könnte man einwenden.

    Δεν θα ήταν ωραίο πολύ πύο, θα ήταν σαν σκέτο πύο... και οι άνθρωποι θα αντιδρούσαν.

  • πύον

    noun neuter

    Gelblich-weiße Substanz, die der Körper als Reaktion auf Entzündungen produziert.

    Mir läuft dicker, gelber Eiter aus dem Ohr.

    Παχύρευστο, κίτρινο πύον βγαίνει από τα αυτιά μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Eiter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

eiter verb
+ Προσθήκη

"eiter" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το eiter στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Eiter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη