Μετάφραση του "eitrig" σε Ελληνικά

Οι πυώδης, πυώδες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eitrig" σε Ελληνικά.

eitrig Adjective γραμματική

purulent (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυώδης

    adjective masculine

    Neuling, kümmern Sie sich um die eitrige Perikarditis in Bett 23.

    Και νέε βάλε μια παροχέτευση στον ασθενή με την πυώδη περικαρδίτιδα στο 23.

  • πυώδες

    — kultureller Nachweis von Erregern in dem eitrigen Sekret aus dem Processus mastoideus;

    — θετική για μικροοργανισμούς καλλιέργεια από πυώδες εξίδρωμα του μαστοειδούς του ασθενούς,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eitrig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eitrig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη